Κωνσταντίνος Κατσίφας: ”.. από το αίμα μου να γραφτεί, Ελλάδα σ΄αγαπάω.!“
Οι “Έρως Ελλάς”, ερμηνεύουν τον Υμνο προς τιμήν του Ήρωα Κωνσταντίνου Κατσίφα που έπεσε μαχόμενος για την Ελευθερία της σκλαβωμένης Βορείου Ηπείρου. Αθάνατος!
Μουσική σύνθεση: Αρτ Κυδωνάκης – Στίχοι: Γιώργος Κατσίφας. Ακολουθούν οι στίχοι:
Με μια σημαία στην ψυχή με μια σημαία ελληνική, ψηλά να κυματίζει, γυρνάς και παίρνεις τα βουνά Μες της Ηπείρου τα χωριά, τον τόπο σου, τον τόπο σου ορίζεις..
Ζητάς σαν έρθει η στιγμή από το αίμα να γραφτεί : « Ελλάδα – Ελλάδα σ’ αγαπάω»… Φεύγεις και πας εκεί ψηλά όπου ο σταυρός σε καρτερά το σώμα σου αιτέ μου προσκυνάω.
Καλό σου ταξίδι Κωνσταντή, το αίμα σου Λευτεριά θα γίνει… Η Βόρειος Ήπειρος θρηνεί, μα Ελληνική θα γίνει. Καλό ταξίδι Κωνσταντή, το αίμα σου Λευτεριά θα γίνει… Η Βόρειος Ήπειρος θρηνεί, μα Ελληνική θα γίνει. μα Ελληνική θα γίνει!
Δυο σφαίρες, άνανδροι, δειλοί, σου ρίξανε οι βρωμεροί και η καρδιά ραγίζει. Έφυγε ο σταυραετός το αίμα μου, ο αδελφός, ο πόνος μου με πνίγει. Καλό σου ταξίδι Κωνσταντή, το αίμα σου Λευτεριά θα γίνει… Η Βόρειος Ήπειρος θρηνεί, μα Ελληνική θα γίνει. Καλό ταξίδι Κωνσταντή, το αίμα σου Λευτεριά θα γίνει… Η Βόρειος Ήπειρος θρηνεί, μα Ελληνική θα γίνει. μα Ελληνική θα γίνει!
Θερμά συγχαρητήρια Έφη Μπαρμπάκ, η οποία μέσα σε λίγους στίχους αποτυπώνει γλαφυρά όλο αυτό το θλιβερό γεγονός και την τραγική πραγματικότητα που συγκλονίζει όλους εμάς που έχουμε στην καρδιά, στην ψυχή και στο νου μας την Ελλάδα, το γένος και τις αλύτρωτες πατρίδες…
Αυτό που θυμάμαι χαρακτηριστικά από τον παππού μου είναι το χαμόγελό του. Σαν χτες μου φαίνεται που καθόταν και μας έβλεπε να παίζουμε, καθισμένος στην κόκκινη πολυθρόνα του σαλονιού, και έστριβε χαρούμενος το παχύ λευκό του μουστάκι. Και αν έλεγε ο μπαμπάς κανένα αστείο; Ο παππούς ξεσπούσε σε ένα πολύ δυνατό γέλιο, ένα γέλιο μικρού παιδιού, ένα γέλιο που το άκουγε όλη η γειτονιά. Κι εμείς χαιρόμασταν πολύ που τον ακούγαμε να γελάει έτσι και ξεχνούσαμε ότι είναι 80 χρονών και κρατάει μπαστούνι και τον προσκαλούσαμε να παίξει μαζί μας. Κι αυτός πολλές φορές ερχόταν και παίζαμε με τα αυτοκινητάκια μας ή με τα επιτραπέζιά μας. Άλλες φορές που ένιωθε κουρασμένος μας έλεγε: «Θα παίξουμε αργότερα. Έχετε όρεξη να ακούσετε μια όμορφη ιστορία από τη Σμύρνη;» Και εμείς, σαν φρόνιμα εγγόνια που ήμασταν, καθόμασταν ήσυχα – ήσυχα στον καναπέ και τον ακούγαμε με μεγάλη προσοχή να μας αφηγείται με τις ώρες τις ιστορίες από την παιδική του ηλικία.