Στο εξώφυλλο αναγράφεται στα Ποντιακά η φράση: Να ξερένεται η γούλα μ’ αν ανασπάλωσε πατρίδα μ’ = Να μου στεγνώσει ο λαιμός εάν ξεχάσω την πατρίδα μου.
Στα βουνά της Πάφρας έδρασε ο οπλαρχηγός Αντόν Πασάς με την σύντροφό του Πελαγία. Ήταν και οι δύο άριστοι σκοπευτές και ατρόμητοι πολεμιστές. Τα κατορθώματα τους τραγουδήθηκαν σε ολόκληρο τον Πόντο. Τα αντάρτικα τραγούδια ήταν συνήθως στην τούρκικη, γιατί και οι Πόντιοι της περιοχής όπου έδρασε το αντάρτικο, ήταν τουρκόφωνοι. Η Ορθοδοξία μας όμως ήταν αυτή πού κράτησε άσβεστη την εθνική τους συνείδηση και πολέμησαν σαν λιοντάρια τούς βάρβαρους μουσουλμάνους κατακτητές.
Ο στρατηγός Τζαβήτ πασάς άγων ολόκληρον σύνταγμα, προέβη εις τακτικήν πολιορκίαν του Δαζλή. Με το στρατό του, συνέπραττον όλοι οι άτακτοι Τούρκοι των περιφερειών Έρπαα, Αμασείας, Τοκάτης και Νεοκαισαρείας. Κιρκάσιοι φίλοι μας, που μας ειδοποίησαν περί της αφίξεως του φιρκά κουμανταντί, ανέβαζαν την δύναμίν του εις 10.000 άνδρες, στρατού και ατακτων. Ο αρχηγός μας καπεταν Γιώργης Μεγαλομύστακας εζήτησε την βοήθεια του διασήμου οπλαρχηγού Αναστάση Παπαδοπούλου.
Χαμένα τα σπίτια τους. Καμένα τα χωριά τους. Κλεμμένο το βιός τους. Σπαρμένα τα κόκκαλα των αγαπημένων τους στα βουνά, στις λαγκαδιές, στις στράτες, στα ποτάμια. Έπρεπε, όμως, να ξεκινήσουν όσοι μείναν, μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, κι άλλοι έρημοι και μόνοι. Συχνά από τους δέκα μιας οικογένειας είχε απομείνει μόνο ένας. Και όχι σπάνια, κανένας. Πολλές περιγραφές υπάρχουν για την τραγωδία της επιστροφής. Αλλά μια και παρακολουθήσαμε τους Σανταίους στους τόπους της εξορίας τους, ας δούμε την επιστροφή τους – αντιπροσωπευτική είναι η περιγραφή για ό,τι άρχισε και συνεχιζόταν εκείνη την εποχή σ’ ολόκληρο τον Πόντο.
Με τον τρόπο αυτόν φεύγαν οι περισσότερες ανταρτικές ομάδες, ύστερα από τόσων χρόνων παραμονή τους στα βουνά. Αλλά και την τελευταία τούτην ώρα δεν έλειπαν τα δραματικά απρόοπτα, γιατί αν οι στρατιωτικές αρχές κρατούσαν τα προσχήματα και δεν πείραζαν τους αντάρτες που τηρούσαν, έστω και τυπικά, τους όρους της αμνηστίας, υπήρχαν όμως, πάντα οι φανατισμένοι τσέτες, που έχοντας μίσος για τα όσα είχαν πάθει, καιροφυλακτούσαν.