29 Απριλίου 1941 – Το Τέλος Της Ελληνικής Πομπηίας…! (Photo)

Ο στρατηγός Τσολάκογλου αμέσως μετά την ορκωμοσία του, στην έξοδο του Πολιτικού Γραφείου. Τον ακολουθούν στα αριστερά του ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Πλάτων Χατζημιχάλης και ο στρατηγός Γεώργιος Μπάκος. Εκατέρωθεν πολιτικοί συντάκτες της εποχής (δεξιά ο Γ. Ασημάκης).

Στις 29 Απριλίου 1941, στις 5.30 π.μ., η γερμανική στρατιωτική διοίκηση διέταξε την διακοπή των επιχειρήσεων στον Ελληνικό χώρο.

Η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940 , την 424η μέρα του, και καταλήφθηκε την 607η. Μετά από 183 ημέρες.

Οι απώλειες των συμμάχων κατά την «οπερέτα επιχείρηση» «Λάμψη» ήσαν μεγάλες σε υλικό.

Χάθηκαν. 104 άρματα μάχης, 192 πυροβόλα, 164 αντιαρματικά πυροβόλα, 40 αντιαεροπορικά, 1812 πολυβόλα, 8.000 φορτηγά και 209 αεροσκάφη. Εάν οι «σύμμαχοι» μας είχαν δώσει τον Νοέμβριο, τα φορτηγά και τα κανόνια που άφησαν πίσω τους τον Απρίλιο, θα τους είχαμε ρίξει τους Ιταλούς στη Θάλασσα.

Οι νεκροί “Σύμμαχοι” ήσαν λίγοι. Μόνο 903. Επίσης, 1.350 τραυματίες και πολλοί αιχμάλωτοι (6.508 Βρετανοί, 2.030 Αυστραλοί, 1.614 Νέο Ζηλανδοί και 3.806 Κύπριοι και Παλαιστίνιοι). Υπήρχαν και αγνοούμενοι.

Οι ελληνικές απώλειες σε όλο το μέτωπο του ΤΣΑΜ, ανήλθαν περίπου σε 1.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι Γερμανοί, είχαν 1.318 νεκρούς και 3.360 τραυματίες.

Η κατάληψη της Γιουγκοσλαβίας, στοίχισε στους Γερμανούς μόνο 166 νεκρούς και 392 τραυματίες.

Η δικτατορική κυβέρνηση του αγγλόφιλου Τενεκέ, είχε δραπετεύσει από την Αθήνα μαζί με τους «αργυρώνητους» των Αθηνών τη νύχτα της 22ας Απριλίου με τα αντιτορπιλικά «Β. Ολγα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» από τα Μέγαρα σε μια εκδήλωση λεβεντιάς και «εθνικού φρονήματος». Αναχώρησαν άπαντες του κύκλου των Ανακτόρων. Οι κυρίες των Τιμών, οι υπουργοί, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος οι κρατικοί και μη λειτουργοί, οι προμηθευτές του δημοσίου, με τις γυναίκες, τα τέκνα, τις πεθερές, τις κουβερνάντες και τις υπηρέτριες με τα μπαούλα και τις βαλίτσες τους, με τις τουαλέτες των κυριών, και τα χρυσαφικά των». Το αγγλόφιλο Εθνος των Ρουφιανογιάννηδων ετράπη σε φυγή.

Ο τενεκές Γεώργιος που παρίστανε τον Λεωνίδα με τον τενεκέ Τσουδερό, της τραπέζης, τον πρίγκιπα Πέτρο της Γιουγκοσλαβίας και τον Άγγλο πρεσβευτή σερ Μάικλ Πάλαιρετ, εγκατέλειψαν την Ελλάδα τα χαράματα της 23ης Απριλίου» με το βρετανικό υδροπλάνο «Σάντερλαντ», για την Κρήτη.

Μαζί με το «κουβάρι από σκουλήκια», τους «μωροφιλόδοξους, βλάκες», «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα» και «κάνουν τον παλικαρά και κορδώνουνται, και θέλουν να βρίσκουνται ολοένα στο προσκήνιο, τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» και τον υπουργό που λογαριάζε «πως θα κουβαλήσει τις δεκαπέντε τόσες κασέλες του, τις υπηρέτριες και τα ρέστα», ήταν στριμωγμένος και ο δειλός, λωποδύτης τραπεζίτης, Γιώργος Σεφερειάδης, που είχε γίνει διπλωμάτης. 

Στις 29 Απριλίου 1941, στην αίθουσα των Παλαιών Ανακτόρων, όπου ήταν το γραφείο του υπουργού Διοικήσεως Πρωτευούσης, Κώστα Κοτζιά, ορκίστηκε η πρώτη κυβέρνηση της «Ελληνικής Πολιτείας», που διαδεχτηκε το Βασίλειο της Ελλάδας, που αναλάμβανε το άχαρο έργο να περισυλλέξει τα ερείπια.

Η ορκωμοσία έγινε από τον πρωθιερέα του Ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, Ν. Παπαδόπουλο, διότι ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, ο προστάτης του Μπάλφουρ ήταν αγγλόφιλος και βασιλόφρων. Στις 6 Απριλίου 1941, είχε απευθύνει μήνυμα προς τον Ευσεβή Ελληνικό Λαό και προς τον ηρωϊκώς μαχόμενο Βελουχιώτη, στην οποία έλεγε: «Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και η Εθνική Κυβέρνηση καλούσιν ημάς εις νέας θυσίας προς υπεράσπισιν της πίστεως ημών και του δικαίου και της Ελευθερίας. Εις όμοιον αγώνα αποδύεται και ο ομόδοξος ηρωικός λαός ετέρας ιεράς γης, της γείτονος Γιουγκοσλαβίας, καθ’ ης την αυτήν ημέραν και ώραν ήρξατο επιτιθέμενος ο κοινός πολέμιος. Αι δυνάμεις της ύλης και του σκότους συνώμοσαν κατά της δυνάμεως του πνεύματος και του φωτός». 

Η Αγγλία, η SoE, και η «Α.Μ. ο Βασιλεύς», ήσαν το πνεύμα και το φως. Την ίδια ημέρα, ο λωποδύτης και δειλός Σεφερειάδης, που ζούσε τον «καρκίνο της Μπρετάνιας με τους σκοτεινούς διαδρόμους και τις απελπιστικές χειρονομίες», έγραφε στο ημερολόγιο του. 

«Ο Κορυζής ανύπαρχτος. Πρόσωπα πεθαμενατζήδων, ωχρά και κίτρινα. Νευρικές φυσιογνωμίες χαρτοπαίχτη προς την αυγή, όταν έχει ρίξει την τελευταία του δεκάρα στο τραπέζι». 

Το αγγλόφιλο και αργυρώνητο «κουβάρι από σκουλήκια», οι Ρουφιανογιάννηδες που τράπηκαν σε φυγή. Και μαζί τους ήταν και ο δειλός ποιητής.

Η κυβέρνηση που ορκίστηκε από τον Παπά Παπαδόπουλο ήταν 9μελής και περιλάμβανε 5 στρατηγούς. 

Πρωθυπουργός ο διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, Υπουργός Εξωτερικών, ο διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Παναγιώτης Δεμέστιχας, Υπουργός Εθνικής Αμύνης ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγος Γεώργιος Μπάκος, ο διοικητής Πυροβολικού του Γ’ Σώματος Στρατού και εν συνεχεία Μέραρχος της ΧΙΙΙ Μεραρχίας Πεζικού, ο υποστράτηγος Σωτήριος Μουτούσης ορκίστηκε Υπουργός Συγκοινωνιών, ο αρχιτέκτονας του ΟΧΙ, ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος ορκίστηκε Υπουργός Εργασίας και Γεωργίας. Ο πλοίαρχος Ιάσων Παπαδόπουλος ανέλαβε Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. 

Ορκίστηκαν και τρείς πολίτες εκ των «γερμανόφιλων». Ο επιχειρηματίας Πλάτων Χατζημιχάλης που ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των γερμανικών εταιριών «Σένκερ» και «Κοντινένταλ» ανάλαβε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Οικονομικών. Ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Συνδέσμου και καθηγητής της Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος ανάλαβε τα υπουργία Προνοίας και Παιδείας: Υπουργός Δικαιοσύνης και προσωρινά Αγορανομίας ανέλαβε ο τεως βουλευτής Αττικοβιωτίας Αντώνιος Λιβιεράτος, που είχε εκλεγεί το 1935 με τον Συνασπισμό Τσαλδάρη–Κονδύλη. 

Οι 9 ορκίστηκαν «ενώπιον του Θεού και της Πατρίδος» να καταβάλλουν, «άπασας τας δυνάμεις» τους για να εξυπηρετούν, «τα συμφέροντα του έθνους και του λαού». 

Ο στρατηγός Τσολάκογλου δεν ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Οδηγούμενος «απλώς και μόνο απὸ το ακραιφνές Ελληνικό συμφέρον» , ανέλαβε να περισώσει οτιδήποτε μπορούσε να σωθεί , υποσχόμενος ασφάλεια , ειρήνη και δουλειά. Στο διάγγελμα του προς τον ελληνικό λαό ανέφερε:

«Οι υπεύθυνοι της εθνικής συμφοράς έφυγαν από τας Αθήνας και εγκατέλειψαν το πάτριον έδαφος. Υπό την ασφαλή προστασία της θαλάσσης απὸ τας ἐπιθέσεις του ἀντιπάλου, απαιτούν από όλους μας να συνεχισθεί ο αγών, το μάταιο του οποίου Σεῖς όλοι οι παραμείναντες επί του πατρίου εδάφους έχετε κατανοήσει»

Η κατάληψη από τους Γερμανούς ήταν «Εθνική Συμφορά», την οποία έριξαν πάνω στα κεφάλια μας, ο Βασιλιάς, οι αργυρώνητοι των Αθηνών, και οι αγγλόφιλοι που το έβαλαν στα πόδια και ζητούσαν από αυτούς που έμειναν πίσω να συνεχιστεί ο αγών.

« Η Κυβέρνησις που ετράπη εις φυγὴν ουδὲν δικαίωμα έχει να απαιτή απὸ τον Ελληνικὸν Λαὸν θυσίας αι οποίοι ισοδυναμοῦν με σφαγιασμὸν καὶ αὐτοκτονίαν», έλεγε ο Τσολάκογλου, προβλέποντας και τα Καλάβρυτα και το Δίστομο.

Τις μάταιες θυσίες που απαιτούσαν οι Άγγλοι και ο βασιλιάς και τις οποίες ανέλαβε να φερει εις πέρας έναντι των χρυσών λιρών η ΚΚΕ ΕΠΕ και οι αργυρώνητοι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ο έτερος υπεύθυνος της συμφοράς, ο διαγγελέας Παπάγος, τον οποίο ο Τσολάκογλου σκόπευε να δικάσει ως δοσίλογο, στις 23 Απριλίου είχε διατάξει τον στρατιωτικό διοικητή της Πάτρας υποστράτηγο Καραβοκύρη να μετακινηθεί με τη φρουρά της Πάτρας στην Κόρινθο για να ενισχύσει τους Άγγλους στην υπεράσπιση του Ισθμού. Τότε στασίασε η φρουρά, και διαλύθηκε απειλώντας να σκοτώσουν τους αξιωματικούς αν τους εμπόδιζαν να φύγουν. Σε αυτό συνέβαλε και ο βομβαρδισμός των Πατρών από τη Λουφτβάφε που άφησε 30 νεκρούς. 
Ο Τσολάκογλου, μίλησε στους Έλληνες για την «σκληρή πραγματικότητα» που έπρεπε ο λαός να την «κοιτάξει κατάματα» και υποσχέθηκε να προσπαθήσει με στοργή να ανακουφίσει τον λαό «από το βαρύ φορτίο που επεσώρευσε ο πόλεμος». Το διάγγελμα Τσολάκογλου που ζητούσε την βοήθεια όλων για να περιοριστούν τα δεινά της κατοχής κατέληγε:

«Ἕλληνες, μὲ γνωρίζετε ὡς διοικητὴν στρατευμάτων καὶ γνωρίζετε καὶ τοὺς λοιποὺς στρατηγούς, ὡσαύτως ὡς διοικητὰς στρατευμάτων, ἅτινα πάντα ἠμύνθησαν τοῦ πατρίου ἐδάφους εἰς ἡρωϊκοὺς καὶ αἱματηροὺς ἀγῶνας. Διὰ τῶν ἀγώνων τούτων ἐπετύχατε νὰ κρατήσητε ψηλὰ τὴν τιμὴν τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων καὶ ν’ ἀναδειχθῆτε ἄξιοι ἀπόγονοι τῶν ἡρώων ἀγωνιστῶν τοῦ Μαραθῶνος, τῶν Θερμοπυλῶν, τῆς Σαλαμίνος καὶ τῶν Πλαταιῶν. Δι’ ὅν λόγον ὑπεχρεώθην τελικῶς ὡς ἐναπομείνας εἰς τὸ μέτωπον ἀνώτερος διοικητὴς τῶν στρατευμάτων νὰ δώσω εἰς Σᾶς τὴν διαταγὴν νὰ καταθέσητε τὰ ὅπλα, διὰ τὸν ἵδιον ἀκριβῶς λόγον σᾶς προσκαλῶ σήμερον νὰ μὲ ἀκολουθήσητε πρὸς ἀναστήλωσιν τῆς φιλτάτης μας Πατρίδος. Ὁ λόγος οὗτος εἶνε, ὅτι ἔπρεπε πλέον νὰ σταματήσῃ ἡ ἀσκοπος αἱματοχυσία. Ἐφεξῆς, δέ, μακρὰν παντὸς ξένου συμφέροντος καὶ ὁδηγούμενοι ἁπλῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὸ ἀκραιφνὲς Ἑλληνικὸν συμφέρον, ἄς προσπαθήσωμεν νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἐκ νέου εἰς τὸν Λαόν της ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἐργασία. Κανένας νὰ μὴ διστάσῃ. Πάντες ἄς συμβάλλωμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις εἰς τοῦτο. Βασίζομαι εἰς τὸν πατριωτισμὸν κάθε ἑνὸς ἀπὸ σᾶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἀπριλίου 1941. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ Γ. ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ». 

Ο δειλός και άκαπνος πράκτορας των Άγγλων, που ζούσε στα υπόγεια της «Μπριτάνια», ο λωποδύτης Σεφερειάδης για την κυβέρνηση των στρατηγών έγραφε: «πρώτα δεν έπρεπε να είναι αυτοί, οι αρχηγοί του στρατού της Αλβανίας, οι προδότες: υπήρχαν άλλοι». 

Παράλληλα, οι αρχές κατοχής στην Ελλάδα έθεσαν σε κυκλοφορία το Κατοχικό Μάρκο ,(Reichs Kredit Kassenscheine), τη λιρέτα κατοχής, τη μεσογειακή δραχμή, το βουλγαρικό λέβα και το αλβανικό φράγκο, που επρεπε να γίνονται υποχρεωτικά δεκτά στις συναλλαγές.

Πηγή

Leave a Reply