Κύπρος: Ο Ήρωας Ποιητής Της ΕΟΚΑ Ευαγόρας Παλληκαρίδης…! (Video + Photo)

Ερωτευμένος με την Λευτεριά και την Ελλάδα.

«…Ο Άγγλος δεν άντεξε και ρώτησε έναν Κύπριο δημοσιογράφο για τους αντάρτες της Ε.Ο.Κ.Α.: «What kind of people are they?» (Τι άνθρωποι είναι αυτοί ;). Για να λάβει πληρωμένη απάντηση «Greeks» (Έλληνες)!»

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης γεννήθηκε σ’ ένα πολύ μικρό χωριό της Πάφου, την Τσάδα, στις 27 Φεβρουαρίου 1938. Ήταν ο μικρότερος από τους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., που άφησαν την τελευταία του πνοή στην αγχόνη των αποικιοκρατών. Την εφηβική του ηλικία σημάδεψε ανεξίτηλα το Δημοψήφισμα του 1950, μέσα από το οποίο ο Κυπριακός Ελληνισμός αξίωσε ενυπογράφως σε ποσοστό 95,7% τον προαιώνιο πόθο του για ΕΝΩΣΗ με την Μητέρα Ελλάδα. Ο Ευαγόρας από νωρίς γίνεται ένας φλογερός αγωνιστής και ένας ακαταμάχητος επαναστάτης. Η ψυχή του ξεχείλιζε από το πάθος για δικαιοσύνη και ελευθερία. Το ταλέντο του και η αγνότητα της ψυχής του μας έδωσαν ανεκτίμητους στίχους, που αντηχούν στις ψυχές όλων των Ελλήνων και όλων των ανθρώπων που αγωνίζονται για πανανθρώπινα ιδανικά και Αξίες.

Όταν στο Γυμνάσιο του ζητήθηκε να γράψει έκθεση για τη σημασία των εθνικών επετείων, ο Ευαγόρας έγραψε: «Κάτω από τον γαλάζιο αττικό ουρανό, αλλά και κάτω από τον σκοτεινό συννεφιασμένο ορίζοντα της δούλης Κύπρου, γιορτάζονται οι Εθνικές Επέτειοι. Θυμίζουν στον ελεύθερο Ελληνισμό πως οι πρόγονοί των πολέμησαν σαν λιοντάρια για να τους χαρίσουν τη Λευτεριά. Μας δίδουν ακόμα θάρρος και ελπίδα στους σκλαβωμένους, πως η μέρα του λυτρωμού δεν είναι όνειρο απραγματοποίητο. Περνά από κοντά σου τις μέρες αυτές η δόξα και η τιμή του Έλληνα, περνά η Λευτεριά, που δίνει το φως, τη δύναμη, τη χαρά. Περνά από κοντά σου η Λευτεριά. Την νοιώθεις, την χαίρεσαι. Μα ο σκλάβος δεν τη χαίρεται, δεν τη βλέπει …».

Την 1η Ιουνίου 1953, σε ηλικία μόλις 15 ετών, παραμονή της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ Β’, οι άγγλοι υψώνουν την αγγλική σημαία στα Προπύλαια του Ιακώβειου Σταδίου της Πάφου. Σε μία ώρα ο Ευαγόρας μαζεύει 3000 μαθητές και πολίτες και όλοι μαζί αξιώνουν την απομάκρυνση των άγγλων από το γήπεδο. Οι άγγλοι αρνούνται και ο Ευαγόρας σκαρφαλώνει στα προπύλαια, κατεβάζει την αγγλική σημαία και την πετά στα πλήθη. «Από την σημαία αυτή δεν ευρέθη ίχνος», σημειώνει ο πατέρας του Ήρωα. Οι εκδηλώσεις ματαιώνονται, αφού σημαίες, αγγλικά λιοντάρια-σύμβολα της αποικιοκρατίας, βρετανικοί θυρεοί, αγγλικά οικόσημα και εικόνες της βασίλισσας έγιναν θρύψαλα. Ο Ευαγόρας επιστρέφει στο σπίτι του αργά το βράδυ. Στην προτροπή του πατέρα του να είναι προσεκτικός απαντά: «Να πιάσει τα βρεγμένα της η Αγγλία και να φύγει. Τι θέλει στην Κύπρο;».

Τον Αύγουστο του 1955, ο Ευαγόρας συμμετέχει σε μαθητική εκδρομή και επισκέπτεται την Ελλάδα. Δακρυσμένος ανεβαίνει στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως και γονυπετής καταθέτει δάφνινο στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Μαζί με τον Ευαγόρα είναι και ο Πετράκης Γιάλλουρος, ο Σημαιοφόρος μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, που στις 7 Φεβρουάριου 1956, δολοφονήθηκε, εν ψυχρώ, αγκαλιά με την γαλανόλευκη από Άγγλο στρατιώτη κατά την διάρκεια μαθητικής διαδήλωσης στην οδό Ερμού της κατεχόμενης σήμερα πόλης της Αμμοχώστου. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Ζήτω η Ελλάδα, Ζήτω η Ένωσις».

Γράφει ο Ευαγόρας για την εκδρομή στην Ελλάδα: «Μόλις πάτησα το Άγιο χώμα της Ελλάδος, μία βαθειά συγκίνησις με κατακυρίευσε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου, αφ’ ενός λόγω του ότι πατούσα στην Ελεύθερη Πατρίδα, αφ’ ετέρου διότι σκέφτηκα ότι η ιδιαιτέρα μας πατρίς Κύπρος έμενε υπόδουλη κάτω από τον βαρύ ζυγό των Άγγλων, ενώ έπρεπε να είναι κι αυτή ένα κομμάτι της Ελεύθερης Ελλάδος.

Στις 17 Νοεμβρίου 1955, οργανώνεται ενθουσιώδης μαθητική διαδήλωση. Επικεφαλής και πάλιν ο Ευαγόρας. Οι μαθητές υποστέλλουν και πυρπολούν την αγγλική σημαία του κυβερνητικού νοσοκομείου. Ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται την ώρα που προσπαθεί να προστατεύσει συμμαθητή του που τον είχαν δεμένο και τον κτυπούσαν δύο άγγλοι στρατιώτες. Οδηγείται στο δικαστήριο. Παραδέχεται την κατηγορία για οχλαγωγία και ορίζεται η δίκη για τις 6 Δεκεμβρίου 1955.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1955, αφήνει το αποχαιρετιστήριο ποίημα-σάλπισμα του, στην έδρα της τάξης του. «Παλιοί συμμαθηταί !Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ  …». Και πήρε μιαν ανηφοριά, και πήρε μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στην λευτεριά …

Η ανταρτική δράση του είναι γεμάτη με παράτολμες ενέργειες. Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα στο βουνό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι δυο συναγωνιστές του Ευαγόρα καταφέρνουν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συλλαμβάνεται. «Δεν ήθελε να τρέξει να φύγει και να δεχθεί μια σφαίρα στην πλάτη. Δεν ήθελε να τον πουν δειλό …», λέει η αδελφή του Μαρούλλα. Στην κατοχή του είχε ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν γρασαρισμένο που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και 3 γεμιστήρες. Οδηγείται στις φυλακές Λευκωσίας όπου βασανίζεται φρικτά. Γράφει μεταξύ άλλων στον γαμπρό του: «Την νύκτα με δένουν χειροπόδαρα σ’ ένα σιδερένιο κρεβάτι και χορεύουν επάνω μου, μέχρις ότου λιποθυμήσω. Και τότε μου βουτάνε το κεφάλι σ’ ένα κουβά γεμάτο κρύο νερό το κρατάνε εκεί βουτηγμένο, χωρίς να παίρνω αναπνοή, ώσπου να χάσω πάλιν τις αισθήσεις μου ….».

Αλύγιστη μένει η ψυχή του και στη δίκη. Έχεις τίποτε να πεις, για να μην καταδικασθείς σε θάνατο; ρώτησε ο άγγλος δικαστής. «Γνωρίζω ότι θα καταδικασθώ σε θάνατο, είπε ο Ευαγόρας, θα με κρεμάσετε, το ξέρω. Ό,τι έκαμα, το έκαμα ως Έλλην Κύπριος, πού Ζητά τη Ελευθερία του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος πού θ’ αντικρίσει την αγχόνη. Τίποτε άλλο!». Μάταιες απέβησαν όλες οι προσπάθειες να αποτραπεί η εκτέλεση. Η ευχή-προσευχή του, όμως, του εισακούστηκε … Ήταν ο ένατος και τελευταίος Ήρωας της αγχόνης.

Η ψυχή του Ευαγόρα ήταν γεμάτη με την Ελλάδα. Ανέπνεε για την Ελλάδα, έγραψε στίχους υπέροχους για την Ελλάδα, πέθανε για την Ελλάδα! Γράφει μεταξύ άλλων στο τελευταίο γράμμα του: « …Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να είναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλιν δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα ….».

«Στείλε μία λαμπάδα στον Άη Γιώργη και αύριο στεί¬λε την μητέρα μου να την δω και να μου φέρει και τον σταυρό μου …», ήταν τα τελευταία λόγια που είπε ο Ευαγόρας απευθυνόμενος στο πατέρα του που τον επισκέφθηκε την παραμονή του απαγχονισμού. Ήλθαν την επομένη οι γονείς. Για να αντικρίσουν τα παγερά βλέμματα του άγγλου δεσμοφύλακα και των τούρκων επικουρικών, που δεν τους επέτρεψαν να τον ασπασθούν για τελευταία φορά. Ούτε καν πριν τον απαγχονισμό: «Έτσι όριζε ο νόμος…»! Από την αδερφή του Γιωργούλα, ζητά να δώσουν στη μικρή του ξαδερφούλα που δεν πρόλαβε να βαφτίσει, το όνομα Ελευθερία, «για να θυμίζει εκείνην την οποία κάθε άνθρωπος ποθεί πιο πολύ απ’ όλα …». «Μη θρηνείς μάνα, πεθαίνω για την Ελλάδα», ήταν τα τελευταία λόγια που απηύθυνε προς την μητέρα του που τον αντίκρισε λίγο πριν πατήσει στην καταπακτή … «μου έλεγε αστεία και προσπαθούσε να με παρηγορήσει …», λέει η ίδια η μητέρα του. Αρνείται να δώσει τον σταυρό του στον ιερά των φυλακών που τον κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Ήθελε να τον φορά στο λαιμό την ώρα του απαγχονισμού!

Λίγο μετά τα μεσάνυκτα της 13ης Μαρτίου 1957, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, με το χαμόγελο στα χείλη και το σταυρό στο λαιμό, αντικρίζει την αγχόνη των αποικιοκρατών. Η τελευταία ελληνική ανάσα του σβήνει, την ώρα που ο ίδιος τραγουδά με όση δύναμη του είχε απομείνει, μετά τα απάνθρωπα βασανιστήρια στα οποία είχε υποβληθεί, τον Ύμνο προς την ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού! Έτσι φτερούγησε για πάντα στην αθανασία!

Δρ. Αυγουστίνος (Ντίνος) Αυγουστή

Εκπαιδευτικός στο ΤΕΙ Λάρισα

Από το Μονάγρι Λεμεσού

Πηγή

—————–

Θα πάρω μιαν ανηφοριά

Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης

Leave a Reply