Το ΚΚΕ, Η Μακεδονία Και Το καθεστώς Μεταξά…! (Photo)

1. Γέννηση και πρώτα βήματα του Κ.Κ.Ε.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.), γεννήθηκε στον Πειραιά το 1918, με άλλη μορφή και με το όνομα «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα».

Επρόκειτο για ένα ασήμαντο κόμμα, που περιοριζόταν στους ιδρυτάς του και σε λίγους ακόμη οπαδούς, εμπνεόμενους κυρίως από τον σοσιαλισμό της Δευτέρας Διεθνούς. Μέσα όμως σε διάστημα δύο ετών, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ακολούθησε ριζοσπαστικότερο προσανατολισμό.

Η πλήρης επικράτηση της Ρωσικής Επαναστάσεως και η ορμή της Τρίτης Διεθνούς ενίσχυσαν τη θέση εκείνων που επεδίωκαν τολμηρότερη πορεία, οι οποίοι, ύστερα από έντονες συζητήσεις, επεβλήθησαν στους άλλους συντρόφους των. Κατά τους πρώτους μήνες του 1920, στον τίτλο του Κόμματος προσετέθη, σε παρένθεση, η ονομασία «Κομμουνιστικό», απεφασίσθη η συμμετοχή του στην Κομιντέρν, και ένας νέος και δυναμικός φοιτητής εξελέγη εκπρόσωπος του μικρού Κόμματος στο μεγάλο Διεθνές Συνέδριο της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», που επρόκειτο να συγκληθεί στη Μόσχα.

Το όνομα του φοιτητού αυτού -Δημοσθένης Λυγδόπουλος- αξίζει να μνημονευθεί, γιατί θα έλεγε κανείς ότι η μοίρα τον έταξε σαν δραματικό οιωνό των μεγάλων περιπετειών του Κ.Κ.Ε.

Πράγματι, στην αρχή πέτυχε απολύτως την αποστολή του.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, ο πρόεδρος της Κομιντέρν, ο Ζηνόβιεφ, που είχε διεθνές κύρος, ανήγγειλε στη Μόσχα, με φανερή μάλιστα ικανοποίηση, ότι το Κ.Κ.Ε. είχε γίνει ομόφωνα δεκτό ως μέλος της Κομιντέρν.

Αυτό σήμαινε συγχρόνως γέννηση και θεαματική εμφάνιση σε διεθνές επίπεδο.

Η λαμπρή αυτή απαρχή του απεσταλμένου των Αθηνών είχε ύστερα από λίγες εβδομάδες τραγικό τέλος.

Συνοδός του Δημοσθένη Λυγδοπούλου ορίσθηκε από το κέντρο ένας νεαρός Έλληνας που είχε γεννηθεί στη Ρωσία, ονόματι Αλεξάκης, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε ως αντιπρόσωπος της Κομιντέρν στην Αθήνα. Τους δόθηκαν εμπιστευτικές οδηγίες, άφθονο προπαγανδιστικό υλικό, και πέντε χιλιάδες χρυσά δολάρια για τις πρώτες δαπάνες οργανώσεως του μικρού Κόμματος.

Αλλά η ύλη φθείρεται και χάνεται, και συχνά προκαλεί και την απώλεια και των πιο ισχυρών ιδεών: στην Οδησσό, οι δύο νεαροί Έλληνες απόστολοι ναύλωσαν ένα μικρό πλοιάριο για να διασχίσουν τη Μαύρη Θάλασσα- κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, τους δολοφόνησαν και τους έριξαν στη θάλασσα. Αμφίβολη παρηγοριά απέμεινε η σύλληψη του ουκρανικού πληρώματος από τις σοβιετικές Αρχές και η εν συνεχεία εκτέλεση των μελών του…

Οι ιδέες οδηγούσαν στη ζωή και τη δράση, το χρυσάφι άνοιξε τάφους.

Πάνω στην ανθρώπινη αυτή τραγωδία της νύκτας της 20ής Οκτωβρίου 1920, θα μπορούσε κανείς να κτίσει πολλές υποθέσεις αγνώστων πολιτικών «Χ», γιατί ασφαλώς ο εκλεκτός των Αθηνών, που στέφθηκε στη Μόσχα, και ο εκλεκτός της Μόσχας, που θα γινόταν συντονιστής στην Αθήνα, δρώντας μαζί και επιτόπου, θα προίκιζαν από την αρχή το Κόμμα με μια ισχυρή ηγεσία.

Αυτό λέγεται μόνο και μόνο για να υπομνησθεί η σημασία της μοίρας στην πορεία των ανθρώπων ή και για να πληροφορηθούν οι αναγνώστες ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα σχετικά με το θέμα, που ανήκουν στη λεγομένη «μικρή Ιστορία». Γιατί κατά τα άλλα δεν επιτρέπεται να είναι κανείς πολύ αυστηρός όταν κρίνει τους πρώτους αρχηγούς του Κ.Κ.Ε.

Προικισμένοι με πίστη, την πρωταρχική δύναμη κάθε μεγάλης προσπάθειας, αφιερώθηκαν στην εκτέλεση ενός καθήκοντος κατ’ εξοχήν δύσκολου. Είδαμε πιο πάνω ότι η Ελλάς δεν ήταν το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθούν οι άγουροι τότε σπόροι του μαρξισμού-λενινισμού. Το μικρό κόμμα, που είχε αποφασίσει την εισαγωγή τους στην Ελλάδα. είχε αναλάβει ένα έργο πάρα πολύ δύσκολο. Γι’ αυτόν ακριβώς βήματα δεν το οδήγησαν πολύ μακριά.
σ. 23-25.

2. Για μια ανεξάρτητη Μακεδονία.

Δεν είναι απαραίτητο να ασχοληθεί κανείς με τον γεωγραφικό χώρο που πρέπει να λέγεται «Μακεδονία», γιατί συχνά εποίκιλλε, αναλόγως με τη θέληση των κατακτητών, τις αντιλήψεις των ιστορικών ή τις ανάγκες των αντιφρονούντων δημοσιολόγων. Κατά πολύ γενικό τρόπο, μπορεί να λεχθεί ότι προς νότον και προς δυσμάς ο χώρος αυτός συνορεύει με ψηλά βουνά (τον Όλυμπο, και δυτικά την οροσειρά της Πίνδου και των αλβανικών βουνών) και ότι περιλαμβάνει κυρίως την κυματοειδή πεδιάδα που αρχίζει στον Όλυμπο και φθάνει ίσαμε πέρα από τα Σκόπια.

Αυτή η μεγάλη και ευφοροτάτη περιοχή, πρόσφορη επί αιώνες για εισβολές από τον βορρά και την ανατολή, έγινε γι’ αυτό τον λόγο ένα ασυνήθιστο εθνολογικό μείγμα. Χωριά απομονωμένα ή ομάδες χωριών, πόλεις ή και συνοικίες, μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες ή παραφθορές των, ανάλογα με τις γλωσσικές συνθήκες που είχαν επικρατήσει στις διάφορες εισβολές.

Μιλούσαν ακόμη και ισπανικά, κατάλοιπο της σημαντικής ισραηλιτικής μεταναστεύσεως από την Ισπανία το 1492.

Η ελληνική γλώσσα κυριαρχούσε, γιατί ήταν η γλώσσα των αυτοχθόνων, του εμπορίου και της Εκκλησίας. Ακολουθούσε η τουρκική, γιατί ήταν η γλώσσα της διοικήσεως, του στρατού και πολλών αποίκων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες βαλκανικές γλώσσες και οι τοπικές διάλεκτοι είχαν εξαφανισθεί. Υπήρχαν και αυτές, μάλιστα σε ορισμένες περιοχές κυριαρχούσαν αναμφισβήτητα.

Όταν τον 19ο αιώνα, πολλές βαλκανικές χώρες απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, η Μακεδονία εξακολουθούσε να παραμένει υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν φυσικό, το περίεργο αυτό εθνολογικό κράμα να προκαλέσει πολύ σοβαρές κρίσεις. Ο λόγος ήταν πολύ απλός: κάθε εθνικογλωσσική ομάς επεδίωκε να ενωθεί με τη Μητέρα-Πατρίδα. Από τις δύο πλευρές των συνόρων οι μεν ονειρεύονταν τους δε, τους «αδελφούς».

Η ήδη εντόνως περίπλοκη κατάσταση έγινε πράγματι επικίνδυνη όταν μία από αυτές τις διεκδικήσεις ικανοποιήθηκε με τελείως δυσανάλογο τρόπο, και αυτό με ζημία των λοιπών διεκδικήσεων και βλέψεων. Το 1878 η Ρωσία, έχοντας συντρίψει την Τουρκία, δημιούργησε με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου τη «Μεγάλη Βουλγαρία», η οποία περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, ολόκληρη τη Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη.

Αυτό ήταν βέβαια ένα εφήμερο κατασκεύασμα, αφού λίγους μήνες αργότερα η Συνθήκη του Βερολίνου επανέφερε τη Μακεδονία εντός των ορίων της Τουρκίας.

Αλλά ο κακός σπόρος των υπερφιάλων φιλοδοξιών είχε ήδη φυτρώσει. Η προπαγάνδα για μια Μεγάλη Βουλγαρία ήταν εντονότατη, η ατμόσφαιρα δηλητηριάσθηκε, και τελικά φανατισμένες ομάδες κομιτατζήδων προσπάθησαν «με φωτιά και τσεκούρι» να βουλγαροποιήσουν όλη την εκτεταμένη αυτή περιφέρεια, και ιδίως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Όπως ήταν όμως φυσικό, δεν άργησαν να δημιουργηθούν και αντίθετες ένοπλες ομάδες, με σκοπό την προστασία των συμπατριωτών τους.

Ακολούθησε φοβερή αιματοχυσία. Υπήρξαν βέβαια και στιγμές ηρεμίας, αλλά για χρόνια ο ανορθόδοξος και ανηλεής πόλεμος δεν έλεγε να τελειώσει.

Σε ολόκληρη τη χερσόνησο, το Μακεδόνικο Ζήτημα φλόγιζε τα πάθη, δηλητηρίαζε τις σχέσεις μεταξύ των αμέσως ενδιαφερομένων χωρών, και στις αρχές του αιώνος απασχολούσε πολύ σοβαρά τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ο αγώνας διετέρησε την ένταση του σχεδόν ως τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Οι πόλεμοι αυτοί (1912-1913) άλλαξαν τελείως την όψη και εν πολλοίς τη βάση του όλου ζητήματος.

Η Μακεδονία, η οποία υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αναγκαστικά μια διοικητική ενότητα, τριχοτομήθηκε. Η Ελλάς και η Σερβία γίνονταν κυρίαρχες των μεγαλυτέρων και ευφοροτέρων περιοχών της. Και αν η εθνολογική κατάσταση δεν άλλαζε πολύ (πλήθος Ελλήνων εγκατέλειψαν τότε τη Βουλγαρία), η διοίκηση άλλαζε απολύτως.

Μια εντελώς νέα κατάσταση άρχισε να δημιουργείται στη Μακεδονία.

Αλλά η πραγματική ριζική αλλαγή επήλθε μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν διεθνείς συνθήκες επέβαλαν κάτι πρωτοφανές στην Ιστορία: την υποχρεωτική ανταλλαγή -εκτός ολίγων εξαιρέσεων- των μειονοτήτων. Αυτό σήμαινε ότι κατηργείτο το εθνολογικό κράμα της Μακεδονίας.

Η εγκατάσταση στη Μακεδονία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη βοήθησε ώστε να εποικισθεί το ελληνικό τμήμα από ομοιογενή πληθυσμό. Οι στατιστικές που έγιναν εκείνη την εποχή από την Κοινωνία των Εθνών βεβαιώνουν ότι η μητρική γλώσσα για τα 93% του πληθυσμού της Μακεδονίας ήταν η ελληνική. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι πάρα πολλοί κάτοικοι, περιλαμβανόμενοι στα υπόλοιπα επτά εκατοστά, μιλούσαν διάφορες τοπικές διαλέκτους σλαβικής προελεύσεως, αλλά ήταν δίγλωσσοι. Οι περισσότεροι από αυτούς, για λόγους θρησκευτικούς, παραδόσεως και περιβάλλοντος, είχαν κατά πλειοψηφία συνείδηση ελληνική.
σ. 32-35.

3. [προς τη δικτατορία Μεταξά]

Οι εκλογές έγιναν την 26η Ιανουαρίου 1936, με το σύστημα της απλής αναλογικής, ώστε να αντιπροσωπευθούν στο Κοινοβούλιο όλες οι πολιτικοκοινωνικές αντιλήψεις.

Τη φορά αυτή η εκλογική μάχη υπήρξε πολύ σκληρή και η αποχή μικρότερη από κάθε άλλη φορά.

Το Κ.Κ.Ε. είχε ελαφρώς μεταμφιεσθεί κάτω από τον μανδύα ενός Λαϊκού Μετώπου, αλλά αυτό δεν παρεπλάνησε κανέναν. Άλλωστε, η παραπλάνηση ήταν ακόμη δυσκολότερη λόγω του ότι, επωφελούμενα από την αναλογική, είχαν ιδρυθεί δύο μικρά κόμματα, με αρχηγούς τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, καθηγητή της Κοινωνιολογίας, και τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο, δικηγόρο. Και οι δύο ήταν νέοι, έχαιραν μεγάλης εκτιμήσεως και τα κόμματα τους απευθύνονταν το ένα στους διανοούμενους, το άλλο στους αγρότες.

Οι εκλογές ήταν καλά οργανωμένες και έγιναν με απόλυτη τάξη και ηρεμία. Αλλά τα αποτελέσματα τους δεν επρόκειτο να φέρουν την ηρεμία στη χώρα.

Οι συντηρητικοί, οι οποίοι περιέργως ονομάζονταν Λαϊκοί, έλαβαν 45,5% των ψήφων, ποσοστό που τους έδωσε 143 έδρες επί συνόλου 300. Οι προοδευτικοί, οι οποίοι περιέργως ονομάζονταν Φιλελεύθεροι, έλαβαν 44% των ψήφων και κατ’ αντιστοιχίαν 141 έδρες. Οι κομμουνιστές, με τη μορφή του Λαϊκού Μετώπου, 5,75% των ψήφων (δηλαδή 73.500 ψήφους) με 15 έδρες, οι Ενωτικοί (Κανελλόπουλος) καμιά έδρα, το Αγροτικό Κόμμα μία έδρα. Τα αποτελέσματα αυτά δημιουργούσαν φοβερό αδιέξοδο. Πράγματι, οι δυο μεγάλες παρατάξεις εμισούντο από την εποχή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν για ένα χρονικό διάστημα υπήρχαν στην πράξη δύο ελληνικά κράτη, το κράτος του Βορρά υπό τους «βενιζελικούς» και του Νότου υπό τους «βασιλικούς». Η αντίθεση των δύο παρατάξεων είχε παραμείνει οξεία και είχε πάρει πάλι τη μορφή του μίσους όταν έγινε μια γκαγκστερική δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου, απόπειρα που ήταν και η αιτία του βενιζελικού κινήματος του Μαρτίου 1935. Τώρα, οι δύο παρατάξεις είχαν ισοψηφίσει. Ο σχηματισμός συβερνήσεως ήταν αδύνατος.

Οι πιεστικές παρεμβάσεις του ανωτάτου άρχοντος για τη συνεννόηση των μεγάλων κομμάτων, η καταφανής ανησυχία της κοινής γνώμης, όπως και οριμένα διαβήματα των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων, δεν κατόρθωσαν να λύσουν την κρίση. Το μόνο αποτέλεσμα που έφεραν οι παρεμβάσεις αυτές ήταν να παραταθεί μεν ο βίος της κυβερνήσεως Δεμερτζή, αλλά να τεθεί επικεφαλής του Υπουργείου Αμύνης ένας ισχυρός άνδρας: ο εν αποστρατεία στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς.

Η προσωρινή αυτή κυβέρνηση συνεκάλεσε το Κοινοβούλιο στις αρχές Μαρτίου του 1936. Επρόκειτο να συμβεί κάτι πολύ θεαματικό. Η ώρα του Κ.Κ.Ε. είχε σημάνει. Αλλά η αντήχηση της μεγάλης αυτής ώρας του έμοιαζε και με τον ήχο κώδωνος κινδύνου. Ως πρόεδρος της Βουλής, με τη δεύτερη ψηφοφορία εξελέγη ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλής Σοφούλης. Επί συνόλου 300 ψήφων, είχε λάβει 158, ενώ διέθετε 141 ψήφους. Η ψηφοφορία ήταν βέβαια μυστική, αλλά δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι οι κομμουνισταί βουλευταί είχαν όλοι ψηφίσει υπέρ του Σοφούλη.

Οι περισσότεροι από τους Φιλελεύθερους βουλευτάς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν πώς είχε συμβεί αυτό. Ήταν αγανακτισμένοι και η αγανάκτηση τους ήταν πραγματική.

Το Λαϊκό Κόμμα, έπειτα από θορυβώδεις αποδοκιμασίες, απεχώρησε από τη Βουλή εις ένδειξιν διαμαρτυρίας.

Η κοινή γνώμη, κατά τη συντριπτική της πλειοψηφία, ήταν οργισμένη: δεν ήταν δυνατό να συμμαχήσει κανείς με το «κόμμα του χωρισμού της Μακεδονίας». Παρ’ όλα αυτά, ο βασιλεύς, επιθυμώντας να σεβασθεί το Σύνταγμα, ανέθεσε στον Σοφούλη τον σχηματισμό της νέας κυβερνήσεως.

Ο Σοφούλης δίστασε. Πρότεινε στους Λαϊκούς να υποστηρίξουν την υπάρχουσα κυβέρνηση, με τον όρο ότι η κυβέρνηση, υπηρεσιακή λόγω της προελεύσεως των μελών της, θα ήταν πολιτική από το γεγονός ότι θα ήταν για όλες τις πράξεις της υπεύθυνη ενώπιον της Βουλής. Οι Λαϊκοί συνεφώνησαν. Έτσι, ο καθηγητής Δεμερτζής και ο αντιπρόεδρος του, στρατηγός Μεταξάς, παρέμεναν στην εξουσία με τις ευλογίες ολοκλήρου σχεδόν του Κοινοβουλίου. Αλλά, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ολόκληρη η Βουλή εξετίθετο, εν αγνοία της, σε μια δικαιολογημένη όσο και οδυνηρή «βεντέτα».

Πράγματι, μόλις ανεκοινώθη η συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων, το Κ.Κ.Ε. έδωσε στη δημοσιότητα το κείμενο μιας συμφωνίας, υπογεγραμμένης από τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του -τον Σκλάβαινα- και από τον Σοφούλη. Κατά τη συμφωνία αυτή, το Κ.Κ.Ε. ανελάμβανε την υποχρέωση να υποστηρίξει μια κυβέρνηση Φιλελευθέρων υπό την προεδρία του Σοφούλη. Ο Σοφούλης ανελάμβανε την υποχρέωση αφενός να καταργήσει τους αντικομμουνιστικούς νόμους του Βενιζέλου, αφετέρου να λάβει διάφορα μέτρα υπέρ των αποροτέρων τάξεων, τα οποία όμως ήταν τόσο δημαγωγικά, ώστε να είναι εντελώς ανεφάρμοστα.

Η πρώτη δέσμευση ελευθέρωνε τα χέρια του Κ.Κ.Ε., η δεύτερη έκαμνε άριστα το παιχνίδι του, ενώ συγχρόνως εξέθετε τους Φιλελευθέρους.

Αντιλαμβάνεται κανείς γιατί ο Σοφούλης δίστασε να εφαρμόσει τη συμφωνία αυτή. Αλλά το Κ.Κ.Ε. δεν μπορούσε να τη λησμονήσει. Όπως δεν λησμόνησε λίγες μέρες αργότερα, σε μια θυελλώδη συζήτηση στη Βουλή, να αποκαλύψει ότι ανάλογες διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει και με το Λαϊκό Κόμμα!…

Με τον τρόπο αυτό το Κ.Κ.Ε. κατέφερε κατά του συνόλου του πολιτικού κόσμου ένα σκληρότατο κτύπημα. Και θεωρούσε ότι θριάμβευε. Δεν γνώριζε ότι ήταν η παραμονή της καταστροφής του. Γιατί, αν για να καταλάβει την εξουσία μια δικτατορία χρειάζεται ένα δικτάτορα, χρειάζεται επίσης και ορισμένες ευνοϊκές συνθήκες που θα της ανοίξουν τον δρόμο προς την εξουσία. Και ο καλύτερος τρόπος για να ανοιχθεί αυτός ο σκοτεινός δρόμος είναι να απειληθεί η ησυχία της καθημερινής ζωής των πολιτών και να κλονισθεί η εμπιστοσύνη προς τους πολιτικούς άνδρες οι οποίοι στελεχώνουν και έτσι υλοποιούν το δημοκρατικό πολίτευμα.

Στην περίπτωση μας, τούτο ήταν ακόμη πιο αληθινό, γιατί οι ολιγαρχικές τάσεις εξεπροσωπούντο από έναν άνθρωπο πολύ ικανό.

Ο Ιωάννης Μεταξάς, που απεφοίτησε πρώτος από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου, ήταν μόλις λοχαγός όταν ο Βενιζέλος τον επέλεξε μεταξύ όλων των αξιωματικών για να διαπραγματευθεί τις ελληνοσερβικές στρατιωτικές συμφωνίες του 1912. Ήταν μόλις αντισυνταγματάρχης όταν, το 1915, του ανέθεσε την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Αυτά τα λίγα είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν τις ικανότητες του ανδρός.

Κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης περιόδου, ο πρωθυπουργός Δεμερτζής πέθανε και, όπως ήταν αρκετά φυσικό, τον διεδέχθη ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, ο Μεταξάς. Ο Μεταξάς όμως δεν χαρακτηριζόταν από τη διστακτικότητα του προκατόχου του. Ενισχυμένος από την υποστήριξη του στρατού, και ιδίως από το πολύ μειωμένο κύρος του πολιτικού κόσμου, ενεφανίσθη στη Βουλή, ζήτησε την αναβολή των εργασιών της ως την 30ή Σεπτεμβρίου, και επιπλέον το δικαίωμα να εκδίδει μέχρι τότε νομοθετικά διατάγματα. Δεκαέξι βουλευταί αντετάχθησαν, 241 συνεφώνησαν.

Το Κοινοβούλιο είχε ανοίξει τον τάφο του.

Το Κ.Κ.Ε. έκανε το παν για να το ενταφιάσει και για να βάλει επάνω του μια μεγάλη ταφόπετρα. Και, σαν να μην ήταν ήδη αρκετά βεβαρημένη η ατμόσφαιρα, έσπευσε να αναπτύξει μια άγνωστη μέχρι τότε δραστηριότητα.

Στις πολλές θορυβώδεις δημόσιες εκδηλώσεις του και στην παράνομη προσπάθεια του να δημιουργήσει μια μυστική οργάνωση υπαξιωματικών και στρατιωτών, προσέθεσε άλλες δύο ιδιαιτέρως ανησυχητικές δραστηριότητες: τις συνεχείς απεργίες και τις διαδηλώσεις στους δρόμους, διαδηλώσεις που κατέληγαν σε επιθέσεις εναντίον κρατικών κτιρίων. Μεταξύ τέλους Απριλίου και τέλους Ιουλίου 1936, έγιναν 200 απεργίες.

Όλα αυτά προετοίμαζαν τόσο καλά τον δρόμο για την ολιγαρχία, ώστε γεννήθηκε το ερώτημα μήπως αυτός ακριβώς ήταν ο επιδιωκόμενος σκοπός: μήπως δηλαδή το Κ.Κ.Ε. επιθυμούσε την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας, βέβαιο ότι μακροχρονίως η δικτατορία εργαζόταν για λογαριασμό του.

Η εξήγηση αυτή δεν φαίνεται ορθή. Αντιθέτως, φαίνεται μάλλον ότι το Κόμμα δεν υπελόγισε καλά τη δύναμη του, τον βαθμό της κρατικής αποσυνθέσεως και τις ικανότητες του αντιπάλου. 0 Ζαχαριάδης, τέκνο της λενινιστικής εποχής, άνθρωπος του Στάλιν και ανακαινιστής του Κ.Κ.Ε., μετά από ορισμένες νίκες, φαίνεται ότι είχε ελπίσει ότι με μια μαχητική μειοψηφία θα μπορούσε να καταβάλει μια νωθρή και διηρημένη πλειοψηφία. Αυτό είχε άλλωστε συχνά συμβεί σε άλλες χώρες. Όπως και αν έχει το πράγμα, ο Ζαχαριάδης θέλησε την εποχή εκείνη να προχωρήσει ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα: προεκήρυξε γενική απεργία για την 5η Αυγούστου. Την προεκήρυξε, αλλά δεν πρόλαβε να την κάμει.

Την 4η Αυγούστου, ο Μεταξάς, υποστηριζόμενος από τον στρατό και με την έγκριση του βασιλέως, επέβαλε την αναστολή πολλών άρθρων του Συντάγματος.
σ. 43-47.

4. [αστυνομικό κράτος και ΚΚΕ]

Αλλά επρόκειτο να έχει και άλλες ατυχίες. Η Ασφάλεια είχε αρκετές πληροφορίες, σ’ αυτές όμως προσετέθησαν πολλές άλλες, πολύ απόρρητες, οι οποίες προήρχοντο από τα μυστικά αρχεία του Κόμματος που ανεκαλύφθησαν κατά τις πρώτες εβδομάδες της δικτατορικής διακυβερνήσεως. Ο Μανιαδάκης, αντί να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες αυτές για να συλλάβει όλα τα μαχητικά στελέχη του Κόμματος, αφού έκαμε μερικές συλλήψεις, τις χρησιμοποίησε με πολύ πιο πονηρό τρόπο. Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και αλλού είχε δημιουργηθεί με πολλή επιμέλεια ένα ευρύ μυστικό δίκτυο του Κ.Κ.Ε.

Με πλήρη λοιπόν γνώση της τακτικής και της συνθέσεως του παρανόμου μηχανισμού (κατευθύνσεις, διάρθρωση, ονόματα, ειδικότητες των προσώπων κτλ.), άνδρες που επελέγησαν με προσοχή, ώστε να μην είναι αντιληπτό ότι επρόκειτο περί πρακτόρων, εισεχώρησαν σε πλείστες μυστικές ομάδες και σε πολλούς πυρήνες. Η δραστηριότης τους διηυκολύνετο από ορισμένα μέλη του Κόμματος, τα οποία, μετά από μακρά φυλάκιση, υπέκυψαν και δέχθηκαν να παίξουν -εντός ή εκτός των φυλακών- τον ρόλο που ήθελε η Ασφάλεια. Αυτή η τελευταία προχώρησε τόσο πολύ σ’ αυτό το πονηρό παιχνίδι, ώστε κατά κάποιο τρόπο δημιούργησε το «δικό» της Κομμουνιστικό Κόμμα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι εξέδιδε και τη «δική της» κομμουνιστική εφημερίδα. Γιατί δεν άργησε να έλθει η μέρα που κυκλοφόρησε εφημερίδα ακριβώς όμοια με την παράνομη εφημερίδα του αληθινού Κόμματος, αλλά εντέχνως διαφορετική ως προς τις εσωτερικές διχόνοιες και τις κατευθύνσεις εργασίας.

Σε μικρό διάστημα επήλθε απόλυτη σύγχυση. Στο δίκτυο του Κόμματος κανείς δεν ήταν πλέον βέβαιος για οτιδήποτε. Κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν πραγματικό μέλος και ποιος ήταν πράκτωρ, ποιος παρέμενε πιστός και ποιος πρόδιδε. Πολλές φορές οι μη μεμυημένοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν ποια από τις δύο εφημερίδες ήταν η πλαστή. Και επειδή η Ασφάλεια συνελάμβανε πότε πότε μερικά από τα πιο μαχητικά στελέχη, πολλά μέλη του Κόμματος πίστευαν ότι άλλα μέλη είχαν και αυτά καμφθεί και προδώσει. Μερικές φορές οι υπόνοιες βάρυναν ακόμη και «συντρόφους» με καθιερωμένα ονόματα.

Φυσικά, ούτε οι οπαδοί εξέλιπαν εντελώς ούτε οι παράνομοι πυρήνες έπαυσαν να εργάζονται. Στο σύνολο του όμως το Κόμμα παρέλυσε.

Πέρα από αυτή την τακτική που συνεδύαζε πονηρία και δόλο, επιτηδειότητα και δυναμισμό, εχρησιμοποιήθη και άλλο τέχνασμα. Είναι ενδιαφέρον να μνημονευθεί εδώ, προπάντων επειδή ορισμένα πολύ σημαντικά και δυναμικά στελέχη πλήρωναν τις συνέπειες του ακόμη και έως την εποχή της ενόπλου ανταρσίας των ετών 1942-1949.

Σ’ εκείνους που βρίσκονταν στις φυλακές ή ήταν εξόριστοι στα νησιά, όπως και σ’ εκείνους που, λόγω του χρωματισμού τους, συναντούσαν δυσκολίες στη σταδιοδρομία τους, επροτάθη η ακόλουθη συμφωνία: αν υπέγραφαν και εν συνεχεία δημοσίευαν στις εφημερίδες του τόπου της κατοικίας τους μια δήλωση αποκηρύξεως του κομμουνισμού, την αποκληθείσα «δήλωση μετανοίας», θα τους άφηναν ήσυχους. Η πρόταση δεν ίσχυε μόνο για όσους ήταν στις φυλακές βάσει καταδικαστικών αποφάσεων δικαστηρίων. Η πρόταση ήταν δελεαστική. Όσο μάλιστα διαρκούσε η δικτατορία και φαινόταν στερεά εγκατεστημένη, τόσο γινόταν περισσότερο ελκυστική. Απέδωσε απροσδόκητα αποτελέσματα.

Πολλοί βέβαια αρνήθηκαν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας, παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις και τις πιέσεις του καθεστώτος, παρ’ όλες τις παρακλήσεις των οικογενειών τους, των οικογενειών που είναι σχεδόν πάντα ο μεγαλύτερος εχθρός των δύσκολων αγώνων. Αλλά πολύ περισσότεροι ήταν εκείνοι που, κουρασμένοι και απογοητευμένοι, υπέγραψαν. Τελικά, το 1940, οι «δηλωσίες» ήταν περισσότεροι από 30.000.

Παρ’ όλο που όλοι αυτοί δεν ήταν μέλη του Κόμματος, ήταν πολλοί εν σχέσει προς τον σύνολο των Ελλήνων κομμουνιστών. Και αυτό επέφερε την πλήρη σύγχυση. Είχε πραγματοποιηθεί μια θεαματική επίδειξη ελλείψεως πίστεως και συνοχής. Είχε δοθεί ένα κάκιστο παράδειγμα στους νεότερους και στους αδύνατους. Και το πράγμα ήταν ακόμη χειρότερο επειδή μεταξύ των «δηλωσιών» υπήρχαν ορισμένα στελέχη με πολύ αξιόλογη δράση. Μεταξύ αυτών πρέπει να μνημονευθεί ένας νέος γεωπόνος Μέσης Σχολής, ο οποίος, αφού ανέπτυξε μεγάλη δράση (ακόμη και ανάμεσα στους συγκρατουμένους του), υπέγραψε δήλωση μετανοίας το 1939. Λεγόταν Αθανάσιος Κλάρας, και αργότερα το ψευδώνυμο του -Άρης Βελουχιώτης- αντήχησε σε πολλά βουνά και σε πολλά φαράγγια της Ελλάδος.

Το Κ.Κ.Ε. αισθάνθηκε το κτύπημα και αντελήφθη τη σημασία του, γιατί ήταν κτύπημα που έθιγε την κυρία δύναμη κάθε κινήματος: το ηθικό των μαχητών. Στις φυλακές, στα νησιά των εξόριστων και στους παρανόμους πυρήνες οι πιστοί εξαπέλυσαν μια βίαιη εκστρατεία εναντίον των «δηλωσιών». Τους χαρακτήριζαν άνανδρους, απίστους και ενόχους εσχάτης προδοσίας. Αντιθέτως, στο ευρύ κοινό ορισμένα στελέχη διέδιδαν ότι επρόκειτο για πονηρή αντίδραση του Κόμματος: η πλειοψηφία των «δηλωσιών», διέδιδαν, ενεργούσε κατ’ εντολήν, ώστε να είναι ελεύθεροι οι αριστεροί και να μπορούν να βοηθούν το κίνημα. Ήταν μια δικαιολογία, αλλά δεν ήταν ακριβής.
σ. 48-50.

[από το Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, Φωτιά και Τσεκούρι, Ελλάς 1946-49 και τα προηγηθέντα, Το Βήμα 2009)]

Πηγή

Leave a Reply