Πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως ακριβώς το βρέφος, όταν βγει από την κοιλιά της μάνας του, αισθάνεται απότομα τον αέρα και αμέσως ξεσπά από μόνο του σε κλάμα και σε θρήνο, έτσι και αυτός που γεννήθηκε από τον ουρανό (Ιω. 3:3) και βγήκε από τον κόσμο αυτό σαν από σκοτεινή κοιλιά, αλλά μπήκε στο νοητό και ουράνιο φως, και κατά κάποιο τρόπο σαν να έσκυψε λίγο μέσα σ’ αυτό, γεμίζει αμέσως από απερίγραπτη χαρά και χύνει δάκρυα, χωρίς να πονά, επειδή σκέφτεται, όπως είναι φυσικό, από ποιο σκότος γλύτωσε και σε ποιο φως αξιώθηκε να βρεθεί· διότι αυτό είναι η αρχή, για να λογαριασθεί κάποιος ανάμεσα στους Χριστιανούς.
